Κυριακή, Μαρτίου 11, 2007

Όνειρα

Ι. Ο Κυνηγός


– Νομίζω πως ξεφύγαμε επιτέλους.
– Κι έπειτα που; ρώτησε με σπασμένη φωνή.
– Δεν ξέρω, απάντησε εκείνος. Ίσως πέρα από την αερογέφυρα. Ίσως...
– Είπες πως θα με πάρεις μακρυά από δω.
– Το που πηγαίνουμε ήταν πάντα δική σου υπόθεση.
– Μα σε γνώρισα μόλις χτες -

Ο Κυνηγός κοίταξε το παιδί διερευνητικά. Η απελπισμένη ματιά του τον τρόμαζε, όμως αποφάσισε κι αυτή τη φορά να μείνει σιωπηλός. Μέρα με τη μέρα τα μάτια του παιδιού σκοτείνιαζαν, κι απ' όλη τη μορφή του μονάχα αυτά φαινόταν πως τα άγγιζε ο χρόνος. Μερικές φορές άλλαζαν χρώμα, ή έδιναν την υποψία του σκληρού φωτός που κρυβόταν πίσω τους. Δε μπορούσε να φανταστεί τι μνήμες κρύβονταν μέσα σε τέτοιο φως. Ήταν η κατάρα της λήθης, η δική του κατάρα, που τον έφερνε κάθε φορά απροετοίμαστο κι ας γνώριζε με κάποιο μαγικό τρόπο όλα τα μυστικά του δικού του κόσμου. Όλα τα άλλα τα ξεχνούσε το ίδιο απρόσμενα, κάθε φορά που διέσχιζε τον άυλο Ωκεανό Δίχως Όνομα.

Η έκφραση του παιδιού άλλαξε απότομα μόλις έπιασε το βλέμμα του Κυνηγού.
- Θυμήθηκες επιτέλους, έτσι δεν είναι; ρώτησε, και τα χαρακτηριστικά του προ ολίγου τρομαγμένου προσώπου του σκλήρυναν, αφήνοντας ρυτίδες να φανούν γύρω απ' το στόμα και στις άκρες των ματιών.
– Ναι, απάντησε εκείνος.
– Πήγαινε τώρα λοιπόν για μένα.

Ο Κυνηγός ένευσε και γυρίζοντας απότομα την πλάτη έφυγε τρέχοντας προς τη μεριά από την οποία είχαν έρθει λίγη ώρα πριν. Τα μάτια του βάφτηκαν κόκκινα απ την πίεση του ανέμου, αλλά δε τον έννοιαζε πια. Κανείς τους δε θα ξέφευγε, σκέφτηκε, χαμογελώντας πια χωρίς καμία ενοχή να αγγίζει το χιλιολαβωμένο του στήθος.
Σε λίγο δε θα θυμόταν τίποτα.



ΙΙ. Προμηθέας Δεσμώτης


Κατέβαινε συχνά σε κείνο το υπόγειο. Ακολουθούσε τη γνώριμη στενή σκάλα, πατώντας προσεκτικά ένα-ένα τα σκαλοπάτια, έχοντας μάθει τόσα χρόνια μετά να μη στηρίζεται πια στην ξύλινη κουπαστή. Κάποιες φορές δεν υπήρχε καν εκεί ή έτεινε να εξαφανίζεται στο πρώτο σίγουρο άγγιγμα. Περιέργως, η πόρτα πάντα έκλεινε πίσω της, αφήνοντας στα χέρια της μονάχα ένα χρυσό κλειδί, χρυσό, όπως το χρώμα του μεντεσέ που θυμόταν πως είχε η πόρτα απ' την έξω μεριά - αυτό όμως σε έναν άλλο κόσμο, μια σκέψη που είχε κιόλας σβήσει μέχρι να φτάσει στο τελευταίο σκαλοπάτι.
Την τρόμαζε ο διάδρομος του υπογείου. Ίσως έφταιγε το γεγονός πως ήταν πάντα βυθισμένος σε εκείνο το μυστήριο σκοτάδι. Το δωμάτιο πίσω απ την ορθάνοιχτη πόρτα απέναντί της ήταν κι αυτό το ίδιο σκοτεινό, ίσως κι ακόμα πιο σκοτεινό, όπως και η μεγάλη μυστήρια αίθουσα στην δεξιά άκρη του στενού διαδρόμου.
Έτσι κι αυτή τη φορά επέλεξε την αριστερή μεριά, προς την κατεύθυνση της μοναδικής πηγής φωτός που μπορούσε με δυσκολία να δει. Καμιά εμπιστοσύνη δε της γεννούσε εκείνο το κοκκινοπό φως, που δε φαινόταν να έρχεται από καμία λάμπα ή κερί, παρά μόνο από μια μυστήρια πηγή κάπου χαμηλά, σε μια γωνία του πατώματος.
Πριν μπει στο δωμάτιο πέρασε για μια ακόμη φορά μπροστά απ τον μικρό ζωγραφισμένο καθρέφτη, που κάποιος του είχε αλλάξει θέση και τον είχε κρεμμάσει ψηλά στον τοίχο, σε σημείο ώστε να μη μπορεί ποτέ το βλέμμα σου να τον αποφύγει. Της θύμιζε τη θάλασσα εκείνη η ανάλαφρη γυναικεία μορφή, ξαπλωμένη στη στεριά σαν μια γοργόνα που είχε ξεφύγει από τα σκοτεινά της καταφύγια του βυθού, σε μια ελπίδα να ξαναδεί το φως μέσα από τις φωτεινές αντανακλάσεις, χωρίς να ξέρει σε τι νέα σκοτάδια θα την έφερνε η νέα της μοίρα. Πλήρωνε έτσι τώρα την απερισκεψία της να αφήσει πίσω τα κοραλλένια της βασίλεια.
Μέσα στο δωμάτιο πια, που ξαφνικά έμοιαζε μικρό και πνιγηρό, άφησε το βλέμμα της να περιηγηθεί στη λιτή επίπλωση, το καβαλέτο και τη γνώριμη μεταλλική βιβλιοθήκη. Ένα μέρος της ποθούσε να κάτσει σταυροπόδι εκεί στο πάτωμα, με τα βιβλία ανοιχτά μπροστά στα πόδια της, και να νοιώσει το θαυμασμό και το πάθος να την γεμίζουν πάλι απ' την αρχή βλέποντας τα έργα του Raphael και του Michelangelo και τόσων άλλων, να παρελαύνουν μέσα απ' τις σελίδες τους. Όμως το εργαστήριο έμοιαζε τώρα ξένο, κι ο αέρας την έπνιγε όλο και περισσότερο όσο περνούσε η ώρα. Οι μπογιές και οι χρωματιστές συμπυκνωμένες σκόνες στα ράφια ανέδιδαν μια περίεργη μυρωδιά, δεν ήταν όμως αυτές η αιτία της πνιγηρότητας.
Ξανακοιτώντας μπροστά της στο πάτωμα είδε αυτή τη φορά πεταμένο άλλο ένα γνώριμο βιβλίο. Μαύρο, χοντρό εξώφυλλο και πορτοκαλί σχέδια αρχαίων αγγείων. Είχε καταλάβει πια, το φως δεν ήταν κόκκινο τελικά, αλλά πορτοκαλί, κι όλη η θερμότητα ερχόταν από κει. Γονάτισε κάτω και άνοιξε το μεγάλο βιβλίο, κι άφησε τις σελίδες να γυρίσουν μόνες τους, κάτω απ το βάρος τους, σταματώντας τυχαία σε μία από αυτές.

Ο Προμηθέας γύρισε το ζωγραφιστό μαρμάρινο κεφάλι του με τα σγουρά κόκκινα μαλλιά προς τον ανατέλλοντα Βασιλιά Ήλιο. Καμιά παράκληση για έλεος δε φανέρωναν τα φλογερά του μάτια, κι όμως ήλπιζε ακόμα, πως κάπου ένα χρυσό κλειδί θα βρισκόταν για να λύσει τα δεσμά του. Παλιές κι ανόητες ανθρώπινες θυμήσεις της ελπίδας, σκέφτηκε, καθώς ο αετός τον κατέτρωγε και τον κατέτρωγε, ξανά και ξανά. Θα ξαναζήσω, ήταν η τελευταία του σκέψη, πριν τυλίξει στις φλόγες την πέτρινη φυλακή του, τον αετό, και τον ελευθερωτή του.

Το κλειδί έπεσε απ' τα χέρια της καθώς ορμούσε μέσα στις πορφυρές φλόγες, χωρίς την αθανασία να βαραίνει τους ώμους της, ψάχνοντας απελπισμένα να το ξαναβρεί, μήπως τελικά τη γλιτώσει απ' τη δική της μοίρα ένας απ' τους αθανάτους.
Μα το κλειδί είχε λιώσει.



ΙΙΙ. Η σφαίρα

Που είμαι;
Πουθενά.
Τι σημαίνει αυτό; Που πήγαν οι άλλοι;
Θα τους σκότωσες όλους, δε θυμάσαι;
Όχι δε θυμάμαι τίποτα. Ποιοι ήταν;
Αυτό ήταν δική σου μνήμη.
Και τώρα που βρίσκομαι;
Πουθενά.
Δε μ' αρέσει τούτο το σκοτάδι.
Δεν υπάρχει φως εδώ.
Γιατί;
Δεν υπάρχει τίποτα να φωτίσει.
Υπάρχεις εσύ. Κι εγώ.
Τίποτα δεν υπάρχει αν δε το φτιάξεις πρώτα.
Μα που πήγαν όλα;
Τα κατέστρεψες.
Πότε, πως;
Κι αυτό εσύ το ήξερες μόνο.
Μπορώ να φτιάξω λοιπόν μία τέλεια σφαίρα;
Μπορείς να κάνεις ό,τι θες.
Θέλω να φτιάξω έναν άνθρωπο.
Είναι ώρα να φύγεις τότε.
Μα γιατί;
Αντίο.

~


(Αταλάντη, γιατί βγαίνουν και σε μένα όλα σε τριλογίες; )
Λοιπόν, τα παραπάνω αποτελούν απάντηση στο tag της Αταλάντης που μου έβαλε να γράψω μια ιστορία (τέσπα, ιστορίες) με τις λέξεις φως, Michelangelo, σφαίρα, κλειδί, έλεος. Έγραψα τρία όνειρα (όπως κάνω συνήθως).
Το μπαλάκι πετάω τώρα στην Mell, στην Κυβέλη, στην Exilion Moutonidion, και τέλος στον Themi f.
Λέξεις: Καταιγίδα, γλώσσα, βοήθεια, βασίλειο, τυπωμένος.