Τετάρτη, Φεβρουαρίου 07, 2007

[Λίγο Χάος]


Η άμμος πέφτει από ψηλά,

σκεπάζοντας κραυγές
από ματιές χαμένες στα σκοτεινά δωμάτια
της δικής μας μοίρας –
γεμίζοντας
[μοναχά]
τα σπασμένα άγνωστα.

Χαμογελώ.

Σαν ύπνος ύστατος
στην ομορφότερη γωνιά του κόσμου,
γλιστρά ακούραστα
απάνω στις χρυσές πτυχώσεις.

Φεύγω.

[Τίποτα
δε μας κράτησε στα ίδια μέρη
παραπάνω απ’ το δικό της αέναο βάρος.]

Πρόσταγμα στ’ αυτιά μου ο χτύπος –
άγγιγμα της πρώτης διαδρομής.

Το Άγγιγμα.