Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2006

Χωρίς Τίτλο


Η κάθε μέρα μου ξυπνά
με μάτια άυπνα,
κλειστά...
Αέρηδες παράφωνοι
γλιστρούν απ τα σπασμένα τζάμια˙
Ορμούν μέσα μου φύλλα
γυάλλινα,
χαϊδεύουν τα μαλλιά μου,
γεμίζουν το στόμα μου με αλμυρά σημάδια,
γεμίζουν προσευχές
με άδειες λέξεις,
γεμίζουν τους ανθρώπους όλους, όλους –

κι εγώ δεν είμαι πουθενά πια,
ούτε στον ουρανό,
ούτε εκεί˙
βαθιά στη θάλασσα
μαθαίνω να υφαίνω οράματα από κύματα,
μήπως καλύψουν κάποτε
τ’ αρρωστημένο μπλε κορμί
και τ’ άσπρο των ματιών του Τρίτωνα...



1 σχόλιο:

vasilis είπε...

Μέσα σ'ευχές χαλάσματα και σκόνη
και σε μια ξένη σιωπή που έχει λυτρώσει τη ξεπεσμένη σου μοίρα απρόσκλειτη φωνή σε κατατρέχει παντού
και χάνεσαι με γοητεία βιαστική και όνειρα διαλυμένα.
Απλά απόλαυσε τον ήχο της βροχής και
το ταξίδι της σταγόνας στο κορμί σου.
Παγιδεψέ με πρίν με προδώσει η αυγή σε μια κόλαση ντυμένη απο τα χνάρια σου!

Βασίλης Κιολέογλου